Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Σ’ ένα απομονωμένο μικρό χωριό στην Βόρειο Ελλάδα...

Σ’ ένα απομονωμένο μικρό χωριό στην Βόρειο Ελλάδα, στα σύνορα, εστάλην πριν λίγα χρόνια για την εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου, να λειτουργήσω. Ήταν κενή η θέση του εφημερίου και λιγοστοί οι κάτοικοί του, όλοι μεγάλης ηλικίας, στερούνταν των θρησκευτικών λειτουργιών και ακολουθιών.
Ξεκινήσαμε μια μικρή παρέα 5 ανθρώπων νωρίς το πρωί για το χωριό. Πήραμε μαζί μας τα άμφια, καλό πρόσφορο ζυμωτό, νάμα για την θεία Κοινωνία, λάδι και κεριά καθαρά και ο,τι χρειάζεται για την λειτουργία. Τα φορτώσαμε στο αυτοκίνητο και πήραμε τον δρόμο για το άσημο χωριό. Σε μισή ώρα φθάσαμε εμπρός στην μικρή Εκκλησία στο κέντρο του ερημωμένου χωριού. Σπίτια χαμηλά, μικρά, εγκαταλειμμένα στη φθορά του χρόνου, με σπασμένα παραθυρόφυλλα και πεσμένους σοβάδες. Οι κήποι τους γεμάτοι από αγριόχορτα, δεντράκια και λίγα λουλούδια. Ελάχιστα σπίτια φανέρωναν πως κάποιοι εκεί μένουν καθώς ξεχώριζαν από την φροντίδα που τύχαιναν.
Μια υπέργηρη καλοσυνάτη κυρία μας υποδέχθηκε στο Ναό. Άναβε τα λιγοστά καντήλια. Φτωχός και ατημέλητος ο Ναός. Πιάσαμε δουλειά. Άλλος την προσκομιδή και την αγία Τράπεζα. Άλλος το ψαλτήρι και τα βιβλία. Κάποιος είχε την ιδέα να ανάψουμε την ξυλόσομπα. Καθάρισμα και κουβάλημα ξύλων από γύρω. Την ανάψαμε να σπάσει λίγο το κρύο.
Η κυρά Μαρία χάρηκε που μας είδε να την βοηθάμε. Βαριάκουγε λίγο αλλά ήταν γλυκύτατη. Αρχίσαμε τον Όρθρο, κάναμε την προσκομιδή, από τα δύο τρία κιτρινισμένα χαρτιά διαβάσαμε τα ονόματα.
Ο Νίκος με τον Ιορδάνη ανέβηκαν στο ψαλτήρι να βοηθήσουν την κατάσταση. Δεν υπήρχε ψάλτης. Ήρθαν και οι λίγοι πιστοί. Ξαφνιάστηκαν και χάρηκαν με τον ερχομό μας. Ήταν πέντε παππούδες και 7 γιαγιάδες όλο το εκκλησίασμα.
Ο Κώστας διακόνησε στο ιερό και η γυναίκα του έκοψε το αντίδωρο, ήμασταν οι νεότεροι όλων εκεί στο Ναό.
Κατανυκτική ήταν η Θεία Λειτουργία, στο τέλος ψάλλαμε και την Δοξολογία. Οι ηλικιωμένοι πιστοί συγκινήθηκαν. Τους είπα και δυο κουβέντες για την Θεομητορική  και την Εθνική εορτή. Τους έδωσα το αντίδωρο. Ήρθε κοντά ένας παππούς, ο κυρ Γρηγόρης και μου είπε στο αυτί, δυνατά να τον ακούσω. « Παπά δεν κάνεις και μια προσευχή στο Ηρώο, χρόνια έχουμε να κάνουμε, λίγοι απομείναμε». Του έκανα το χατίρι. Πήραμε τα κεριά, το θυμιατό, έβαλα και το επιτραχήλιο . Στο Ηρώο τέλεσα την επιμνημόσυνη δέηση. Ψάλαμε και τον Εθνικό Ύμνο. Η κυρά Κατίνα στυλώθηκε περήφανα στα δύο της μπαστούνια. Ο κυρ Νίκος έκοψε από το παρτέρι ένα λουλούδι και το άφησε στο μνημείο. Η κυρά Αγγελική είπε δυό μιση στροφές από ένα ποίημα συγκινημένη. Την χειροκροτήσαμε. Μας δικαιολογήθηκε. « Πάτερ το ξέχασα δεν το καλοθυμάμαι, και τα χρόνια μου πολλά, αλλά και αγράμματη είμαι, μέχρι την αρχή της τρίτης τάξης πήγα, μετά στα χωράφια και στα ζώα». « Πολύ καλά το είπες», της απάντησα, «άλλοι δεν μας τα λεν καλά, καθόλου καλά».
Ένιωσα τέτοια συγκίνηση και δέος, αναρίγησα, είχα εμπρός μου τους ήρωες.
Σε κανένα Μητροπολιτικό Ναό, ούτε με άρχοντες και επισήμους και επετειακούς λόγους δεν γέμισε η ψυχή μου με τόσα συναισθήματα. Απέδωσαν τιμή, έδειξαν τον σεβασμό τους. Τα μάτια τους ήταν θολά, τι βιώματα είχαν στην ψυχή τους και πόσα συναισθήματα η καρδιά τους! Τι ιστορίες θα είχαν να διηγηθούν! Ήταν δεκαπέντε νοματαίοι, ο καθένας κι ένας τόμος της Ελληνικής δοξασμένης Ιστορίας!
«Ελάτε στο καφενείο να πιούμε έναν καφέ, μια πορτοκαλάδα», είπε ο καφετζής ο κυρ Μανώλης. Ήρθαν όλοι. Να και η κυρά Κατίνα με ένα βάζο στο χέρι. «Να σας κεράσω, γιορτή σήμερα κι έχουμε επισκέψεις». Ήταν γλυκό τριαντάφυλλο, λίγο ζαχαρωμένο, αλλά μοσχομύριζε. Το φάγαμε και την ευχαριστήσαμε. Ο κυρ Μανώλης έφερε τους καφέδες και τις πορτοκαλάδες. Τον βοηθήσαμε, δεν ήταν και λίγα τα χρόνια του,83 και όρθιος.
«Κυρ Μανώλη, ένα ποτήρι νερό φέρε μου» παρήγγειλε η κυρα Αγγελική. Βγάζει από την τσέπη της το αντίδωρο και το βουτά στο ποτήρι με το νερό. Ήταν ζυμωτό και λίγο σκληρό για την γιαγιούλα που δεν είχε παρά δυο-τρία δόντια. Πίνει και το νερό και μια σταγόνα πού μεινε τη ρίχνει στα χέρια της και την απλώνει στο πρόσωπο και τα μαλλιά της. «Δόξα σοι ο Θεός» είπε, «τώρα φέρε μου και τον καφέ, σχέτο γιατί έχω και ζάχαρο παιδί μου».
Αρχίσαμε τις κουβέντες και τις ιστορίες για τον πόλεμο, την διχόνοια, τη φτώχεια αλλά και την περηφάνια τους. «Εμείς το καθήκον μας το κάναμε, τώρα η σειρά σας».
 Τα θυμάμαι αυτά κάθε φορά τέτοιες μέρες. Έχω να το λέω τέτοιο σέβας που έχουν οι παλιοί. Που πέρασαν πολλά και έζησαν δύσκολες μέρες, στις μέρες μας είναι δυσεύρετο.
Τώρα κάποιοι που συνωθούνται σε κομματικές μάνδρες και καθηγητικά γραφεία με κλιματισμό ή προσπαθούν να αναρριχηθούν επαγγελματικά, εξουσιαστικά, ακόμη και εκκλησιαστικά ή για να φανούν σύγχρονοι, φιλάρεσκα προοδευτικοί, τους φταίνε οι Δοξολογίες, οι Λιτανείες, οι Όρκοι, οι Παρελάσεις, τα εμβατήρια, οι σημαιοστολισμοί. Τα βρίσκουν όλα ανούσια, τα χαρακτηρίζουν φιέστες. Ξεχνάν πως κάποιοι ακόμη πιστεύουν, σέβονται και αγαπάνε. Πονάνε την έρμη Πατρίδα.
Γι αυτούς  του λίγους λοιπόν τα τελούμε. Μα και σαν είναι λίγοι; Λίγοι επέτυχαν τις εποποιίες του 21, του 40, λίγοι και συνάμα πολλοί ήταν αγωνιστές και ήρωες και ηρωίδες. Κι αν υπάρξουν κάποιοι που θα επιχειρήσουν να τα καταργήσουν, τέτοιοι παππούδες και γιαγιάδες αλλά και νέοι πολλοί θα τα αναστήσουν. Κι ας τους περιγελάσουν και τους καταφρονήσουν σαν γραφικούς ή εθνικιστές.
Πολύ, αλήθεια, στεναχωρούμαι για όσα έγραψαν οι κύριοι Μπουγάς και Θεοφίλου σε ένα σαιτ.
Τους αφιερώνω την αληθινή αυτή ιστορία. Εύκολα γράφουν και διαγράφουν!? Αλλά δεν είναι σωστό. Υπάρχουν, ακόμη, κάποιοι που πιστεύουν και σέβονται.

Κι ας μην είναι υπουργοί και ρασοφόροι, καθηγητάδες, αλλά άσημοι, χωριάτες. Αυτοί δεν έχουν ανάγκη από ξυπνητήρια, έχουν την συνείδησή τους! Να κάνουν το καθήκον τους. Το λέει η καρδιά τους!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου